Άρθρο του Βουλευτή κ. Σπύρου Βούγια για το Νομοσχέδιο για την Παιδεία

18.07.11
Στο Αμφιθέατρο
Εργάζομαι στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο από το 1980. Πρόλαβα ως επιστημονικός συνεργάτης τον αναχρονιστικό θεσμό της έδρας και την απόλυτη ανατροπή του με την κατάργηση της καθηγητικής αυθεντίας. Έζησα από πολύ κοντά την αμφισβήτηση, την ψήφιση, την εφαρμογή, την τελική δικαίωση αλλά και τις όψιμες παθογένειες του νόμου-πλαίσιο 1268/82, που αποδείχθηκε στην πράξη μια μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ύστερα από 30 χρόνια, έχουν ωριμάσει, πιστεύω, οι συνθήκες για μια νέα ποιοτική αλλαγή στη λειτουργία των ΑΕΙ που, χωρίς να ανατρέπει τα θετικά συστατικά που παγιώθηκαν στην ακαδημαϊκή ζωή (αυτοδιοίκηση, συμμετοχή, ελευθερία έκφρασης, ποιότητα σπουδών και έρευνας), να αντιμετωπίζει τις στρεβλώσεις και τις αρρυθμίες που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια (αναξιοκρατία, κομματισμός, βία κλπ).
 
Το πρώτο ζητούμενο για το καινούργιο νομοσχέδιο που καταθέτει αυτές τις μέρες στη Βουλή η Υπουργός Παιδείας, είναι να συζητηθεί με νηφαλιότητα και σοβαρότητα, αποφεύγοντας τις ακραίες δηλώσεις. Ατυχώς, κυριαρχούν μέχρι τώρα από τη μια πλευρά η καταστροφολογία της ρητορικής μιας συντηρητικής προσέγγισης που δεν θέλει να αλλάξει τίποτα και από την άλλη η απόπειρα δυσφήμησης και υποβάθμισης των Ελληνικών πανεπιστημίων που επιχειρείται, προκειμένου να αιτιολογηθεί η αναγκαιότητα των αλλαγών. Τα «πτυχία χωρίς αναγνώριση», στα οποία αναφέρεται διαρκώς το Υπουργείο δεν οφείλονται στα χαμηλά προσόντα των διδασκόντων ή τις γνώσεις των φοιτητών, οι οποίοι συνήθως αριστεύουν στα ξένα πανεπιστήμια κάτω από διαφορετικές συνθήκες εργασίας και οργάνωσης των σπουδών.
 
Δεν φταίει το πανεπιστήμιο για τις χαμηλές πιστώσεις στην παιδεία ούτε για τον υπερβολικό αριθμό εισακτέων ούτε για το μεγάλο αριθμό σχολών και τμημάτων σκορπισμένων με πελατειακά κριτήρια σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Για την υψηλή ανεργία των μηχανικών ή των δικηγόρων δεν φταίει το επίπεδο σπουδών αλλά η ανύπαρκτη συσχέτιση με την αγορά εργασίας και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
 
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναδείξουμε τα θετικά στοιχεία του νομοσχεδίου: την αναγκαία αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προσωπικού, την αποδέσμευση από το ένα και μοναδικό σύγγραμμα (με την αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών), το νοικοκύρεμα της φοιτητικής ιδιότητας, τον έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων και τον μακρόπνοο προγραμματισμό από το Συμβούλιο του κάθε Ιδρύματος. Πιστεύω ωστόσο πως δεν πρέπει να μετακινηθούμε από το ένα άκρο στο άλλο: από τη γενικευμένη, συχνά παραλυτική δημοκρατική συμμετοχή στην εξωτερική διαχείριση που μπορεί να οδηγήσει σε αδιαφάνεια και αυταρχισμό.
 
Για το λόγο αυτό προτείνω να υπάρξει ένα αρμονικό δίπολο μεταξύ ελέγχου και αυτοδιοίκησης, μεταξύ δηλαδή του Συμβουλίου του Ιδρύματος και ενός Πρύτανη (και μιας Συγκλήτου) που δεν θα προσλαμβάνεται ως υπάλληλος αλλά θα εκλέγεται από το σύνολο του εκπαιδευτικού προσωπικού διαθέτοντας και την απαραίτητη ακαδημαϊκή νομιμοποίηση. Αν ξεπεραστεί αυτό το κομβικό σημείο αντιπαράθεσης με μια ισορροπημένη λύση, είμαι βέβαιος πως ο προτεινόμενος νόμος θα οδηγήσει, όπως και ο προηγούμενος, την τριτοβάθμια εκπαίδευση σε μια νέα περίοδο ανάπτυξης και δημιουργίας.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, 17 Ιουλίου 2011

Γραφείο Τύπου

02.04.12.
Είναι αλήθεια οτι παραβίασα πολλές φορές τα όρια της συνειδησιακής μου αντοχής αλλά και βίωσα ενοχικά τη δυσαρέσκεια και το παράπονο των πολιτών που υποφέρουν από αυτά τα μέτρα.