Συνέντευξη του Σπύρου Βούγια στην εφημερίδα "FREE SUNDAY"

17.03.14

Ο πρώην υφυπουργός, πρώην βουλευτής και πρώην υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης Σπύρος Βούγιας έχει δημόσια καταθέσει την επιθυμία του να είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την Πρωτοβουλία του Γ. Μπουτάρη στις εκλογές του Μαΐου. Όμως δεν έχει πάρει ακόμη απάντηση από τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Ο Στ. Θεοδωράκης του θυμίζει τον Τζεφ Ντάνιελς, τον πρωταγωνιστή της ταινίας του Γούντι Άλεν «Το πορφυρό ρόδο του Καΐρου», που δραπέτευσε από την οθόνη για να ζήσει τον έρωτά του στον «αληθινό» κόσμο. Και λυπάται για την «επιμνημόσυνη δενδροφύτευση δύο μίζερων δενδρυλλίων στις μικρές αυλές των επιμέρους κομματικών σχηματισμών» στην οποία κατέληξε το εγχείρημα για την Ελιά.

Στην Αγγελική Σπανού

 

Στηρίζετε την προσπάθεια επανεκλογής του Γιάννη Μπουτάρη;

Συνεργάζομαι με τον Γιάννη Μπουτάρη πάνω από 20 χρόνια για τα ζητήματα της πόλης. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν χτύπησα την πόρτα του γραφείου του και του πρότεινα να μπει επικεφαλής στην προσπάθειά μας να μην μπαζωθεί η παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, κάτι που καταφέραμε. Ύστερα ιδρύσαμε μαζί με τον Αντώνη Μανιτάκη την Ένωση Πολιτών και λίγο αργότερα, το ’98, με στήριξε στην ανεξάρτητη υποψηφιότητά μου που εξελίχθηκε σε μια μεγάλη, αξέχαστη γιορτή της πόλης. Τα έφερε έτσι η τύχη ώστε να είναι αυτός που ηγήθηκε της επόμενης κοινής προσπάθειας, της συγκρότησης της ενωτικής Πρωτοβουλίας το 2005, που κέρδισε τελικά τις δημοτικές εκλογές του 2010. Έτσι, η πόλη βγήκε ύστερα από πολλά χρόνια από την κατάψυξη, όπου ζούσε μέσα σε έναν συνεχή, παρατεταμένο χειμώνα. Στην πρώτη του θητεία έφερε, κυρίως, την αναζωογονητική φρεσκάδα του κοσμοπολιτισμού του και ένα αντισυμβατικό ύφος διακυβέρνησης που τόσο είχε ανάγκη η πόλη. Μόνο που, στην κρίσιμη πενταετία που ακολουθεί, αυτό δεν είναι πια αρκετό. Πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα και καλύτερα πράγματα για την καθημερινή ζωή των πολιτών.

 

Θα είστε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος;

Έχω δημόσια καταθέσει την επιθυμία μου να είμαι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την Πρωτοβουλία στις εκλογές του Μαΐου. Πιστεύω ότι έτσι μπορώ να βοηθήσω πιο ενεργά στην επανεκλογή του Γιάννη Μπουτάρη αλλά και να φανώ χρήσιμος, εφόσον βέβαια εκλεγώ, την επόμενη μέρα στην αντιμετώπιση των σημαντικών προβλημάτων της πόλης. Η αλήθεια είναι πως ο δήμαρχος δεν μου έχει απαντήσει ακόμη οριστικά, αναφέροντας κάποιες, υποτιθέμενες ή πραγματικές, αντιρρήσεις άλλων υποψηφίων. Δεν θεωρώ όμως αυτόν το λόγο σοβαρό και σκοπεύω να επιμείνω. Το βασικό μου επιχείρημα αποτελούν οι προτάσεις και τα σχέδια που καταθέτω πεισματικά επί τριάντα χρόνια για μια ανθρώπινη Θεσσαλονίκη, στα οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και το πρόγραμμα της Πρωτοβουλίας, καθώς και το γεγονός ότι συμμετείχα ενεργά στη δημιουργία της, όπως καλά θυμούνται, είμαι βέβαιος, τα τέσσερα ιδρυτικά της μέλη. Σε κάθε περίπτωση, ο δήμαρχος έχει την τελική ευθύνη για τη συγκρότηση ενός πολύ ισχυρού ψηφοδελτίου, που θα καθορίσει το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά, το κυριότερο, και το έργο της διοίκησης την επόμενη μέρα.

 

Ποιο είναι το διακύβευμα; Μνημόνιο-αντιμνημόνιο, όπως λέει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το απλουστευτικό, μανιχαϊστικό και διχαστικό αυτό δίλημμα δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πραγματικό διακύβευμα ούτε καν για την κεντρική πολιτική σκηνή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι είδους χώρα επιθυμούμε. Αν, δηλαδή, το οικονομικό της πρότυπο θα είναι το παλιό, κρατικοδίαιτο και καταναλωτικό μοντέλο που στηρίζεται στη δανεική καλοσύνη των άλλων και οδήγησε στα μνημόνια (αυτό που υπόσχεται να επαναφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ) ή ένα εξωστρεφές, παραγωγικό σχέδιο, βασισμένο στον υπαρκτό πλούτο της χώρας και τις πραγματικές δεξιότητες του ελληνικού λαού. Ούτως ή άλλως, το μνημόνιο τελειώνει σε λίγους μήνες και το πλαστό αυτό δίλημμα θα εξαφανιστεί, μαζί με τους εμπνευστές και τους φανατικούς υποστηρικτές του. Προβλέπω ότι θα έχει ξεχαστεί μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές, έχοντας κάνει, βέβαια, μεγάλη ζημιά στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο και στην υπεύθυνη Αριστερά, που επωμίστηκαν το δυσβάσταχτο βάρος της εξόδου από την κρίση. Κατά μείζονα λόγο, δεν έχει καμία σχέση ούτε με τις ευρωεκλογές (σε ποια Ευρώπη θέλουμε να ανήκουμε) ούτε, πολύ περισσότερο, με τις περιφερειακές και τις δημοτικές εκλογές. Και για να θέσω το ερώτημα όσο γίνεται πιο απλά: δεν μας φτάνουν τα οικονομικά και κοινωνικά βάσανα, είναι ανάγκη να έχουμε από πάνω και μια βρόμικη, παρατημένη και διαλυμένη πόλη, επειδή ο αντιμνημονιακός δήμαρχος θεωρεί τα προβλήματα αυτά αμελητέα; Οι παρεμβάσεις ενός καλού δημάρχου λειτουργούν παρηγορητικά, αμβλύνοντας όσο αυτό είναι δυνατό τις ταπεινώσεις της ημέρας. Εκτός από το μνημόνιο, υπάρχει και η καθημερινή ζωή.

 

Παρακολουθείτε τις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ;

Φυσικά τις παρακολουθώ, με αγωνία για την τελική έκβαση, από μια διακριτική απόσταση και με σεβασμό για τον πολιτικό χώρο που υπηρέτησα 12 χρόνια. Με θλίβει το φαινόμενο του δημόσιου λιθοβολισμού ενός πολιτικού χώρου από ανθρώπους, μάλιστα, που συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση της πολιτικής του τα τελευταία χρόνια, με απύθμενο θράσος και χωρίς ίχνος αυτοκριτικής. Το ΠΑΣΟΚ ήταν πάντα μια εκφραστική ολότητα που άσκησε γοητεία σε διάφορα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, κατεξοχήν μικροαστικά. Η κρίση το μετέτρεψε απότομα σε αποδιοπομπαίο τράγο, αποδεικνύοντας τον εύθραυστο οικονομικό δεσμό και το πελατειακό υπόβαθρο που υπηρέτησε και το ίδιο ως συλλογικό υποκείμενο. Έτσι, όταν έπαψε πλέον να δίνει, περιέπεσε σε δίνη και μεταβλήθηκε σε άθροισμα συντηρητικών υποκειμενικοτήτων φεουδαρχικού τύπου που ήταν εμπόδιο σε κάθε μεταρρύθμιση, ακόμη και στην προσπάθεια ήπιου εκσυγχρονισμού την περίοδο Σημίτη. Σκεφτείτε ότι τα ίδια εμπόδια παραμένουν στο κόμμα ακόμα και σήμερα, στο ύστατο στάδιο της φθοράς, παρεμποδίζοντας τις προσπάθειες που γίνονται για το μετασχηματισμό του σε ένα ευρύτερο, σύγχρονο και αποτελεσματικό κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

 

Αισθάνεστε ότι ανήκετε στο ΠΑΣΟΚ;

Δεν ξέρω αν έχει νόημα σήμερα αυτή η ερώτηση ή αν ενδιαφέρει πια κανέναν. Προσωπικά υποστήριζα πάντοτε την άποψη ότι η Αριστερά ή θα είναι ευρωπαϊκή, ανανεωτική και μεταρρυθμιστική, ή δεν θα υπάρξει. Αυτό το χώνεψα από παιδί, ακούγοντας στο σπίτι τις ιστορίες του πατέρα μου και των άλλων που γύρισαν από τα ξερονήσια και μου μίλησαν για την ΕΔΑ και την απομάγευση της μεγάλης ουτοπίας. Έτσι, εντάχθηκα αργότερα ολόψυχα στο ΚΚΕ Εσωτερικού, όπου ακόμα ανήκω, παρόλο που δεν υπάρχει. Τις διάφορες εκδοχές του παρακολουθώ και στηρίζω, όπως αλλάζουν διαρκώς μετά την πτώση του τείχους και την παγκοσμιοποίηση. Είτε λέγεται ΕΑΡ, ΠΑΣΟΚ του Σημίτη ή του Γιώργου, ΔΗΜΑΡ ή Ελιά, είναι ο ίδιος κατακερματισμένος χώρος που πασχίζει απεγνωσμένα να εκφραστεί ενιαία για να ανταποκριθεί στις μεγάλες απαιτήσεις της εποχής και του τόπου.

 

Ποια είναι η εκτίμησή σας για την κεντροαριστερά; Γιατί ατύχησε η Πρωτοβουλία των «58»;

Από την πρώτη, ενθουσιώδη συνάντηση πέρυσι στο Γκάζι και την αυθόρμητη λαοθάλασσα στο Ακροπόλ για τη δημιουργία της μεγάλης ενιαίας κεντροαριστεράς, καταλήξαμε στην επιμνημόσυνη δενδροφύτευση δύο μίζερων δενδρυλλίων στις μικρές αυλές των επιμέρους κομματικών σχηματισμών. Προφανώς ο καθένας επιδίωκε να φέρει στα δικά του μέτρα την Ελιά, παραβλέποντας τα ποιοτικά πλεονεκτήματα της ενότητας, που αποφέρει εκθετικά και νικηφόρα εκλογικά αποτελέσματα όπου εφαρμόζεται, σε επιμελητήρια, συλλόγους και τους μεγάλους δήμους της χώρας. Όμως, παρ’ ότι κάθε νέα απόπειρα είναι ταυτόχρονα και ένα διαφορετικό είδος αποτυχίας, για μας υπάρχει μόνο η προσπάθεια. Θα ξαναβρεθούμε, ελπίζω, αμέσως μετά τις ευρωεκλογές.

 

Θα φουσκώσει το Ποτάμι;

Ό,τι φουσκώνει απότομα προκαλεί ζημιές ή, στην καλύτερη περίπτωση, απογοήτευση αν ξεφουσκώσει. Γι’ αυτό χρειάζεται υπομονή, πίστωση χρόνου, πολλή δουλειά και αντοχή, αφού πρόκειται για ένα προσωπικό στοίχημα του Σταύρου Θεοδωράκη, με όλα τα καλά αλλά και όλα τα στραβά που αυτό συνεπάγεται. Μπορούμε κοινωνιολογικά να το χαρακτηρίσουμε ως μια κίνηση «συμπονετικού εκλεκτικισμού». Αναφέρεται με ρεαλιστικούς όρους στο σήμερα, χωρίς μεταφυσικές ή ουτοπικές αναζητήσεις. Δεν απευθύνεται σε κοινωνικές τάξεις με αντίθετα οικονομικά συμφέροντα, αλλά σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά ενδιαφέροντα και συνήθειες. Προβάλλει απευθείας τις απαντήσεις στα διάφορα προβλήματα, παραβλέποντας ότι στην πολιτική περισσότερη σημασία έχει η διαδικασία για την επίλυσή τους, που εξαρτάται από το συσχετισμό των δυνάμεων και όχι από την καλή πρόθεση. Επιλέγει και τις ερωτήσεις, δηλαδή τα θέματά του, à la carte, με κριτήρια μπεστ σέλερ, προσπαθώντας να απευθυνθεί σε όσο το δυνατόν περισσότερους αναποφάσιστους η άστεγους πολιτικά ανθρώπους της διπλανής πόρτας (ή, καλύτερα, του διπλανού portal). Μου θυμίζει τον Τζεφ Ντάνιελς, τον πρωταγωνιστή της ταινίας του Γούντι Άλεν «Το πορφυρό ρόδο του Καΐρου», που δραπέτευσε από την οθόνη για να ζήσει τον έρωτά του στον «αληθινό» κόσμο. Μόνο που στην ταινία, όπως και στη ζωή, το όνειρο δεν μπορεί τελικά να νικήσει την πραγματικότητα

Γραφείο Τύπου

07.04.14.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΟΥΤΑΡΗ