Όλοι χαμένοι, όλοι κερδισμένοι.

29.05.14

Δεν θα επιχειρήσω κι εγώ, να ερμηνεύσω υποκειμενικά τα αποτελέσματα των εκλογών, όπως βολεύει την παράταξη που προτιμάω. Παρακολούθησα τους δυστυχείς κομματικούς εκπροσώπους στα τηλεοπτικά πάνελ το βράδυ της Κυριακής, που προσπαθούσαν να επιλέξουν από το σύνολο των δεδομένων και να προβάλουν, χωρις ίχνος χιούμορ και ειλικρίνειας, μόνο αυτά που τους ευνοούσαν. Ολοι κερδισμένοι και ταυτόχρονα όλοι χαμένοι. Αν τους άκουγες μόνο, χωρίς να μπορείς να μάθεις τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας, δεν θα καταλάβαινες τι έγινε. Αν δεν υπήρχε η αδήριτη ανάγκη συνέχειας της διακυβέρνησης της χώρας, το τελικό αποτέλεσμα θα εκκρεμούσε ακόμη και κάθε κόμμα θα έδινε τη δική του εκδοχή, όπως γίνεται στις φοιτητικές εκλογές που δεν εκλέγουν τελικά συμβούλιο και δεν ενδιαφέρουν πια κανέναν.

Θα επιχειρήσω μια πρώτη ελεύθερη εκτίμηση για κάθε πολιτικό χώρο, οδηγούμενος από μια αθεράπευτη ελπίδα πως το γενικό καλό μπορεί τελικά να προκύψει ως σύνθεση των επί μέρους επιλογών, παρά τις προφανείς συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Πίστεύω ότι σ αυτή τη χρονική και πολιτική συγκυρία, ύστερα από πέντε καταστροφικά για την κοινωνία χρόνια, μπορεί, ίσως, να υπάρξει μιά αισιόδοξη και δυναμική εξέλιξη προόδου, ανανέωσης και προοπτικής για τη χώρα σε οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Ισως, πάλι, να παραμένω, απλώς, αθεράπευτα αισιόδοξος.

Η Νέα Δημοκρατία έχασε προφανώς έδαφος και κατέγραψε πολύ χαμηλά ποσοστά. Παρά την εργατικότητα και τις καλές διεθνείς επαφές του πρωθυπουργού, ειναι φανερή η στασιμότητα στις ιδέες, τις ικανότητες και τη μεταρρυθμιστική διάθεση του πολιτικού της προσωπικού. Αναπαράγονται διαρκώς παρωχημένες συμπεριφορές, πελατειακές σχέσεις αλλά και επικίνδυνες εκλεκτικές συγγένειες με ακροδεξιούς θύλακες, ως αποτέλεσμα του συνδυασμού της κομματικής παράδοσης και του άκρατου λαικισμού των δυο πρώτων χρόνων της κρίσης. Αν προσθέσουμε και ένα ζήτημα αισθητικής στις μαζικές της συναθροίσεις, με τους μεσήλικους γραβατωμένους άνδρες να ξεχειλίζουν τα τηλεοπτικά πλάνα, δεν είναι να απορεί κανείς με την απεγνωσμένη αναζήτηση διαφορετικών πολιτικών προτάσεων από τους πολίτες και κυρίως τους νέους.

Ο Σύριζα φέρνει αρκετή φρεσκάδα και ριζοσπαστισμό στο πολιτικό σκηνικό, μαζί, βέβαια με πολλά συντηρητικά νεοκομμουνιστικά σύνδρομα. Κέρδισε καθαρά (όχι συντριπτικά) τις Ευρωεκλογές και παριστάνει κουτοπόνηρα ότι δεν καταλαβαίνει τη διαφορά. Ο πολιτικά γοητευτικός αρχηγός του δείχνει συχνά ανωριμότητα, πολιτική αγένεια και έναν αδικαιολόγητο αρνητισμό και προσπαθεί να καταστρέψει οποιαδήποτε προσπάθεια εξόδου από την κρίση. Το χειρότερο είναι ότι αναπαράγει μια εμφυλιοπολεμική ρητορική μίσους, που δεν συνάδει με την αριστερά: («Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας»). Φοβούνται, προφανώς, ότι αν τα πράγματα πάνε λίγο καλύτερα, η κυβέρνηση θα δυναμώσει και θα επανεκλεγεί. Αυτός όμως ο τρόπος σκέψης δεν βοηθάει τη χώρα αλλά και τους ίδιους. Ο κόσμος θέλει την αλλαγή και θα την προσφέρει στον Συριζα όταν αισθανθεί μεγαλύτερη σιγουριά και σταθερότητα και όταν αυτός δείξει περισσότερη αξιοπιστία και ρεαλισμό και λιγότερη αδημονία και πρεμούρα για την κατάκτηση της εξουσίας.

Τέλος, ανάμεσα στους δυο αυτούς σχηματισμούς, που δεν συγκέντρωσαν μαζί παραπάνω από 50%, ανοίγεται άνετος χώρος καί δρόμος για την συγκρότηση, επιτέλους, του μυθικού χώρου της λεγόμενης κεντοαριστεράς, δηλαδή του κόμματος της Ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Η πρόσφατη εμπειρία του αποτυχημένου πειράματος των 58, η εξαέρωση της ΔΗΜΑΡ που δεν θέλησε να συμμετάσχει αλλά και τα σχετικά ικανοποιητικά ποσοστά της Ελιάς και του Ποταμιού, μπορούν να μας κάνουν να ελπίζουμε πως αυτή τη φορά θα κερδίσουμε το στοίχημα και θα λυθούν τα μάγια με τα πρόσωπα και τις πρακτικές που φρενάρουν τόσα χρόνια τις εξελίξεις.

Γραφείο Τύπου

07.04.14.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΟΥΤΑΡΗ